φαιός


φαιός
3 тёмный, траурный

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "φαιός" в других словарях:

  • φαιός, -ή — και ά, ό 1. αυτός που έχει χρώμα μεταξύ άσπρου και μαύρου, σκούρος, μουντός. 2. τεφρός, σταχτής, γκρίζος: Φαιά μαλλιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φαιός — grey masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαιός — ά, ό / φαιός, ά, όν, ΝΜΑ, θηλ. και ή Ν 1. (ιδίως για το χρώμα τού λυκαυγούς ή τού λυκόφωτος) αυτός που έχει χρώμα μεταξύ λευκού και μαύρου, σκούρος, μουντός 2. (το θηλ. ως κύριο όν.) η Φαιά μυθ. αγριόχοιρος που λυμαινόταν την περιοχή τού… …   Dictionary of Greek

  • φαιά — φαιός grey neut nom/voc/acc pl φαιά̱ , φαιός grey fem nom/voc/acc dual φαιά̱ , φαιός grey fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαιότερον — φαιός grey adverbial comp φαιός grey masc acc comp sg φαιός grey neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαιῶν — φαιός grey fem gen pl φαιός grey masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαιόν — φαιός grey masc acc sg φαιός grey neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαιαῖς — φαιός grey fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαιαί — φαιός grey fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαιοτέρου — φαιός grey masc/neut gen comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαιοῖς — φαιός grey masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)